Δεν ήμουν ποτέ από τους ανθρώπους που πιστεύουν στα τυχερά παιχνίδια — όχι πραγματικά. Ήμουν όμως από εκείνους που πιστεύουν πως η πραγματικότητα κάποιες φορές σε πνίγει τόσο πολύ που χρειάζεσαι μια χαραμάδα για να αναπνεύσεις, κι εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου η χαραμάδα μου είχε το όνομα
vavada ton, κάτι που δεν είχα ψάξει ποτέ σοβαρά, απλώς έπεσα πάνω του καθώς σκρολάριζα άσκοπα στις τρεις τα ξημερώματα. Η αλήθεια είναι ότι τους τελευταίους μήνες ένιωθα σαν να τρέχω σε έναν διάδρομο που όλο επιταχύνει ενώ εγώ μένω στην ίδια θέση — λογαριασμοί, ένας χωρισμός που δεν είχε τελειώσει ποτέ πραγματικά, η δουλειά που μισούσα αλλά φοβόμουν να αφήσω. Το κεφάλι μου ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο ανοιχτές καρτέλες. Έτσι, όταν είδα εκείνη την οθόνη να φωτίζει το σκοτεινό δωμάτιο, δεν σκέφτηκα «θα κερδίσω λεφτά». Σκέφτηκα «επιτέλους, κάτι άλλο».
Τις πρώτες μέρες δεν έπαιξα καν. Διάβαζα τους κανόνες, χαζεύα τα παιχνίδια, ένιωθα παράξενα ήρεμος βλέποντας τους τροχούς να γυρίζουν χωρίς να στοιχηματίζω. Μετά ήρθε η πρώτη κατάθεση — μικρή, σχεδόν δειλή, σαν να ζητούσα συγγνώμη από τον εαυτό μου. Και φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο, τα έχασα σχεδόν αμέσως. Θυμάμαι να κοιτάζω την οθόνη με ένα μείγμα ηλιθιότητας και θυμού, να λέω «εντάξει, αυτό ήταν, δεν ξαναπαίζω», και μετά από δύο ώρες να είμαι πάλι εκεί, με ένα ποτήρι κρύο καφέ και τα μάτια μου κολλημένα στα κουδουνίσματα. Εκείνο το πρώτο βράδυ ένιωσα τόσο ανόητος που σχεδόν γέλασα με τον εαυτό μου. Είχα βρει άλλον έναν τρόπο να αποτυγχάνω, σκέφτηκα.
Αλλά κάτι περίεργο συνέβη την τρίτη εβδομάδα. Δεν ήταν καν μεγάλο ποσό — τριάντα ευρώ, τίποτα σπουδαίο για τον κόσμο, αλλά για μένα εκείνο το βράδυ ήταν σαν κάποιος να μου έδωσε πίσω μια ανάσα. Είχα μπει σε ένα από εκείνα τα παιχνίδια με τους τροχούς, χωρίς προσδοκίες, σχεδόν από πλήξη, και ξαφνικά η οθόνη γέμισε φώτα και ήχους και ο αριθμός άρχισε να ανεβαίνει με τρόπο που δεν καταλάβαινα. Έμεινα ακίνητος. Μετά γέλασα δυνατά, μόνος στο διαμέρισμα, τόσο δυνατά που ο γάτος του γείτονα άρχισε να νιαουρίζει πίσω από τον τοίχο. Δεν ήταν τα λεφτά — ή μάλλον δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Ήταν ότι για πρώτη φορά εδώ και μήνες, το μυαλό μου είχε σταματήσει να τρέχει. Δεν σκεφτόμουν τον χωρισμό. Δεν σκεφτόμουν το ενοίκιο. Έβλεπα μόνο εκείνον τον τροχό και περίμενα, και η αναμονή ήταν παράξενα γλυκιά, σαν να κρατούσα την ανάσα μου πριν από κάτι σημαντικό.
Από εκείνο το βράδυ, το vavada ton έγινε κάτι σαν τελετουργικό. Δεν το έλεγα σε κανέναν — ούτε στον αδερφό μου, ούτε στους φίλους μου που θα με κορόιδευαν. Το κρατούσα για μένα, σαν μικρό μυστικό, και το περίμενα όλη μέρα. Δεν έπαιζα ποτέ μεθυσμένος, δεν έπαιζα ποτέ θυμωμένος — είχα βάλει κανόνα. Έπαιζα μόνο όταν ένιωθα εκείνη τη βαριά, μουχλιασμένη θλίψη να ανεβαίνει, και τότε άνοιγα τον υπολογιστή και άφηνα τους ήχους να με τυλίξουν. Υπήρχαν βράδια που έχανα δέκα ευρώ και γελούσα, και βράδια που κέρδιζα πενήντα και ένιωθα σαν παιδί με σοκολάτα. Μια φορά, θυμάμαι, κέρδισα ένα ποσό που μου επέτρεψε να πληρώσω το ρεύμα χωρίς να ζητήσω δανεικά από τη μάνα μου — και εκείνη η νίκη είχε μια γεύση που δεν την περιγράφω, κάτι ανάμεσα σε ανακούφιση και περηφάνια.
Το αστείο είναι ότι κάποια στιγμή κατάλαβα πως δεν πήγαινα εκεί για να κερδίσω. Πήγαινα για εκείνα τα δέκα λεπτά που ο κόσμος έξω από την οθόνη έπαυε να υπάρχει. Οι λογαριασμοί, ο πρώην μου, το αφεντικό μου — όλα διαλύονταν μέσα σε έναν ήχο κερμάτων και φώτων. Ήταν το φθηνότερο ταξίδι που είχα βρει ποτέ. Και το πιο παράξενο; Άρχισα να νιώθω καλύτερα και εκτός οθόνης. Σαν να μου έδωσε κάτι που δεν ήξερα ότι μου έλειπε — λίγο χώρο για να αναπνεύσω, λίγη ανοησία, λίγη ελπίδα ότι κάτι καλό μπορεί να συμβεί ακόμα και σε μένα. Δεν λέω ότι έλυσε τα προβλήματά μου. Αλλά μου έμαθε να περιμένω. Να περιμένω τον τροχό, να περιμένω την επόμενη μέρα, να περιμένω τον εαυτό μου να σηκωθεί από τον καναπέ.
Σήμερα, μήνες μετά, παίζω ακόμα πού και πού. Όχι για να ξεφύγω πια — μάλλον για να θυμάμαι πώς είναι να νιώθεις ότι κάτι μπορεί να αλλάξει με ένα κλικ. Ίσως να είναι ψέμα. Ίσως να είναι αυταπάτη. Αλλά εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν κατάλαβα ότι δεν ήμουν μόνος μέσα στο κεφάλι μου, κάτι άνοιξε. Και καμιά φορά, όταν γυρίζει ο τροχός και όλα φωτίζονται, χαμογελάω σαν ηλίθιος. Και δεν με νοιάζει καθόλου.